Οι βουλευτές όλων των κομμάτων συμφώνησαν ομόφωνα τελικά την Πέμπτη για τις αυξήσεις που θα δώσουν στους εαυτούς τους. Το ΛΑΟΣ δήλωσε θα υπερψηφίσει τον προϋπολογισμό, αλλά ότι οι βουλευτές του δεν θα εισπράξουν τα χρήματα της αύξησης και ότι θα τα διαθέσουν για κοινωνικούς σκοπούς. Μετά από τόση συναίνεση ο προϋπολογισμός της Βουλής ψηφίσθηκε ομόφωνα, αυξημένος κατά 16,7% σε σχέση με πέρσι, αγγίζοντας τα 212 εκατομμύρια ευρώ.(ΜΜΕ)Με αριθμούς, τα έσοδα των μελών της Βουλής των Ελλήνων, οι οποίες κατά μέσο όρο κυμαίνονται γύρω στις 6.700 ευρώ μηνιαίως, βρίσκονται περίπου στον μέσο όρο των αμοιβών που απολαμβάνουν οι ομόλογοί τους σε άλλα ευρωπαϊκά κοινοβούλια. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι υπάρχουν και πιο καλοπληρωμένοι αλλά και πιο κακοπληρωμένοι ευρωπαίοι κοινοβουλευτικοί, όπως άλλωστε συμβαίνει και με άλλους κλάδους στη χώρα μας.
Ενδιαφέρον ωστόσο παρουσιάζει η διαχρονική σύγκριση των αμοιβών των Ελλήνων σε σχέση με τον μέσο μισθό που ισχύει στη χώρα μας. Από τα στοιχεία που προκύπτουν φαίνεται σαφώς ότι τις τελευταίες δεκαετίες οι βουλευτές βελτίωσαν σημαντικά την οικονομική θέση τους.
Ειδικότερα, το 1984 ο βασικός μηνιαίος μισθός υπαλλήλου, όπως καθορίζεται από την εθνική γενική συλλογική σύμβαση, ήταν 79,27 ευρώ (27.012 δρχ. της εποχής), ενώ η βουλευτική αποζημίωση ανερχόταν σε 425,74 ευρώ (145.074 δρχ.). Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, αλλά και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990, ο βασικός μισθός κυμαινόταν σε ποσοστό από 16% ως 20% της βουλευτικής αποζημίωσης.
Η σχέση αυτή ανετράπη στις αρχές του 1993 .Δόθηκε στη βουλευτική αποζημίωση, η οποία είχε σχεδόν «παγώσει» τα αμέσως προηγούμενα χρόνια, μια γενναία αύξηση, έπειτα από προσφυγές δικαστικών οι οποίοι διεκδίκησαν και έλαβαν αυξήσεις, μέρος των οποίων, όπως και οι βουλευτές, πήραν (και) αναδρομικώς με τη χορήγηση ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου.
Εκτοτε και επί μία τετραετία ο βασικός μισθός αντιπροσώπευε το 15% της βουλευτικής αποζημίωσης, ποσοστό που περιορίστηκε σε επίπεδα κάτω του 10%, όταν από την αρχή του 1997 ετέθη σε εφαρμογή νέο μισθολόγιο για τους δικαστικούς. Ενα μισθολόγιο που επέβαλε ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Ευάγγελος Γιαννόπουλος και πάλι κατόπιν προσφυγών στα δικαστήρια που κατετέθησαν από λειτουργούς της Θέμιδος, αλλά αυτή τη φορά και από βουλευτές (κυρίως τέως). Με τον τρόπο αυτόν η αποζημίωση των βουλευτών σχεδόν διπλασιάστηκε και από 2.196,18 ευρώ (748.349 δρχ.) που ήταν ανήλθε σε 4.190,75 ευρώ (1.428.000 δρχ.), ενώ δόθηκαν εκ νέου και αναδρομικά προηγούμενων ετών.
Με τις γενναίες αυτές αυξήσεις που εξασφάλισαν οι βουλευτές, χάρη κυρίως στις διεκδικήσεις των δικαστικών, η βουλευτική αποζημίωση διαμορφώθηκε περίπου στα 5.495,80 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι στη διάρκεια των τελευταίων 22 ετών η αμοιβή των βουλευτών αυξήθηκε κατά 12,9 φορές, όταν την ίδια περίοδο ο βασικός μισθός ενός υπαλλήλου αυξήθηκε μόλις κατά 7,6 φορές. .
Έτσι, αν αποδειχθεί ότι οποιοσδήποτε άλλος κλάδος στη χώρα μας βελτίωσε περισσότερο την οικονομική του θέση, οι βουλευτές θα έχουν κάθε λόγο να επιμένουν πως είναι «κακοπληρωμένοι».
Το 1975 οι συνολικές πιστώσεις του προϋπολογισμού του Κοινοβουλίου ήταν μόλις 1,09 εκατ. ευρώ (373 εκατ. δρχ.), από τα οποία για την κάλυψη της όντως πενιχρής, τότε, αποζημίωσης και των συνδεδεμένων με αυτήν επιδομάτων που ελάμβαναν οι βουλευτές της εποχής πήγαιναν 674.000 ευρώ (230 εκατ. δρχ.).
Το 1980 οι πιστώσεις του προϋπολογισμού έφθασαν τα 2,58 εκατ. ευρώ (880 εκατ. δρχ.) και οι πάσης φύσεως βουλευτικές αποδοχές τα 1,16 εκατ. ευρώ (396 εκατ. δρχ.).
Το 1985 ο προϋπολογισμός είχε κονδύλια 7,33 εκατ. ευρώ (2,5 δισ. δρχ.) και τα λεγόμενα «συνταγματικά βάρη», όπως αποκαλούνταν οι αμοιβές των βουλευτών, ήταν 2,78 εκατ. ευρώ (951 εκατ. δρχ.).
Το 1990 τα κονδύλια του προϋπολογισμού ανέβηκαν στα 19,64 εκατ. ευρώ (6,7 δισ. δρχ.) και η δαπάνη για τις βουλευτικές αποδοχές στα 6,74 εκατ. ευρώ (2,3 δισ. δρχ.).
Το 1995 ο προϋπολογισμός ανήλθε απότομα στα 42,52 εκατ. ευρώ (14,5 δισ. δρχ.) και τα «συνταγματικά βάρη» στα 16,4 εκατ. ευρώ (5,6 δισ. δρχ.).
Το 2000 ο προϋπολογισμός εκτινάχθηκε στα 97,06 εκατ. ευρώ (33,1 δισ. δρχ.) και οι βουλευτικές αμοιβές στα 32,84 εκατ. ευρώ (11,2 δισ. δρχ.).
Το 2005 εξάλλου ο συνολικός προϋπολογισμός της Βουλής, έφθασε τα 158,27 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων για τη βουλευτική αποζημίωση και τα διάφορα επιδόματα (οργάνωσης γραφείου, οικογενειακό, έξοδα κίνησης και κάλυψη των ασφαλιστικών εισφορών για όσους υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν το επάγγελμά τους, λόγω του ασυμβιβάστου που στο μεταξύ εφαρμόστηκε), διατέθηκε το ποσό των 40,5 εκατ. Ευρώ.
Το 2006 ο προϋπολογισμός που εφαρμόστηκε το 2007 προέβλεπε συνολικές πιστώσεις 189,8 εκατ. ευρώ, από τα οποία για τις άμεσες παροχές προς τους βουλευτές θα διατεθούν 43,57 εκατ. ευρώ. Τα ποσά αυτά συγκρινόμενα με τα αντίστοιχα του 1975 δείχνουν ότι κατά τα τελευταία 32 χρόνια η αποζημίωση των βουλευτών αυξήθηκε κατά 64 φορές και οι συνολικές δαπάνες της Βουλής κατά 174 φορές.
Για το το 2008 οι μηνιαίες απόλαβες ενός βουλευτή θα είναι 7.360 ευρώ. Επιδόματα επιτροπών ,διάφορα έξοδα 3.000 το λιγότερο επιπλέον. Δηλαδή 10.360 ευρώ περίπου συνολικά!
Με όλα τα παραπάνω προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ,ότι οι εκπρόσωποι του λαού στην βουλή φρόντισαν να αμείβονται περίπου με τα ίδια χρήματα που αμείβονται οι συνάδελφοι τους βουλευτές στην Ευρώπη. Ξέχασαν όμως να φροντίσουν να κάνουν το ίδιο και για τους μισθούς και τις συντάξεις των πολιτών που τους εκλεγούν . . .