Οι τράπεζες υποστηρίζουν, σε κάθε ευκαιρία, ότι τα επιτόκια στη χώρα μας μειώνονται με ταχύτατους ρυθμούς κι ότι ο ανταγωνισμός βαίνει συνεχώς αυξανόμενος. Παραδόξως όμως οι Έλληνες εξακολουθούν να δανείζονται με το ακριβότερο κόστος στην Ευρωζώνη. Κι αυτό γιατί τα καταναλωτικά και τα επιχειρηματικά δάνεια στη χώρα μας εξακολουθούν να είναι από τα ακριβότερα στην Ευρώπη, παρά την υποτιθέμενη, όπως αποδεικνύεται στην πράξη, σύγκλιση.
Οι Έλληνες πληρώνουν έως και τρεις ποσοστιαίες μονάδες ακριβότερα τα δάνεια που παίρνουν σε σχέση, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, για να καλύψουν τις καταναλωτικές τους ανάγκες, ενώ με βάση το ίδιο κριτήριο, ακριβότερα -από μία ποσοστιαία μονάδα και πάνω- σε σχέση με τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές τους παίρνουν τα δάνεια και οι ελληνικές επιχειρήσεις με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τη βιωσιμότητά τους.
Αντιθέτως, δείγματα προόδου φαίνεται να έχουν γίνει στο κομμάτι της στεγαστικής πίστης, όπου πράγματι το κόστος του χρήματος είναι φθηνότερο στην Ελλάδα σε σχέση με πολλές άλλες χώρες-μέλη της Ζώνης της ΟΝΕ.
Είναι χαρακτηριστικό πως σε ό,τι αφορά τα στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, ο ελληνικός μέσος όρος είναι χαμηλότερος κι αυτού ακόμα του ευρωπαϊκού. Κάτι τέτοιο, πριν από μόλις τρία χρόνια, θα φάνταζε μάλλον εξωπραγματικό. Σήμερα, όμως, συνιστά ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός το οποίο αποδεικνύει πως όταν λειτουργεί πραγματικά ο ανταγωνισμός και γίνεται σωστή και αυστηρή διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου, τότε τα περιθώρια μείωσης των επιτοκίων είναι υπαρκτά.
Στα καταναλωτικά διάρκειας από 1 έως 5 έτη, η χώρα μας έχει το θλιβερό προνόμιο να διατηρεί το δεύτερο ακριβότερο επιτόκιο, κατά μέσο όρο, σε ολόκληρη την Ευρωζώνη. Μόλις μια χώρα και συγκεκριμένα η Πορτογαλία «δανείζει» με υψηλότερα επιτόκια τους ιδιώτες καταναλωτές. Εκεί το μέσο επιτόκιο διαμορφώνεται στο 10,29%. Δηλαδή το χρήμα είναι κατά περίπου μισή ποσοστιαία μονάδα ακριβότερο σε σχέση με την Ελλάδα. Αντιθέτως, από την άλλη πλευρά, η τρίτη ακριβότερη χώρα βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από τη δεύτερη Ελλάδα.
Το βασικό επιχείρημα που προβάλλει η πλευρά των τραπεζών, κάθε φορά που τίθεται το ζήτημα του υψηλού κόστους με το οποίο δανείζεται στην Ελλάδα το χρήμα στη συγκεκριμένη δημοφιλή κατηγορία χορηγήσεων, είναι ότι «κρύβει πολλές επισφάλειες». Από την άλλη πλευρά, όμως, η επιθετική πολιτική που εφαρμόζουν οι ίδιες, προκειμένου να προσελκύσουν νέους πελάτες, είναι η βασική αίτια αυτών των περισσότερων κακών δανείων. Οπότε δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, τον οποίο καλούνται να πληρώσουν συνήθως οι καλοί πελάτες των τραπεζών, οι οποίοι είναι και οι περισσότεροι…
Στα καταναλωτικά με διάρκεια πάνω από 5 έτη που επίσης είναι από τα πλέον δημοφιλή μεταξύ των δανειοληπτών, η Ελλάδα κατέχει τη θλιβερή πρωτιά: Οι τράπεζες, που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας, δανείζουν τους ιδιώτες πελάτες τους με το ακριβότερο επιτόκιο της Ευρωζώνης.
Στα στεγαστικά με σταθερό επιτόκιο σημειώθηκε κινητικότητα τα τελευταία χρόνια και είχε σαν αποτέλεσμα τη μεγάλη μείωση των επιτοκίων, παρόλα αυτά όμως το μέσο επίπεδό τους στη χώρα μας εξακολουθεί να παραμένει σε υψηλά επίπεδα, σε σχέση με τα ισχύοντα στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης.
Τα στεγαστικά όμως με κυμαινόμενο επιτόκιο είναι η μόνη κατηγορία δανείων όπου η χώρα μας μπορεί να «υπερηφανεύεται» ότι έχει καταφέρει ουσιαστικά βήματα προς την κατεύθυνση της μείωσης των επιτοκίων κι όχι μόνο. Αυτή τη στιγμή, το μέσο επιτόκιο των στεγαστικών δανείων, με κυμαινόμενο επιτόκιο, στην Ελλάδα, είναι χαμηλότερο κι από αυτόν ακόμα τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Το πιο σημαντικό στην όλη διαδικασία επιλογής δανείου είναι να εξετάσει ο υποψήφιος δανειολήπτης τις ανάγκες του αλλά και τις οικονομικές του δυνατότητες με ωριμότητα ,ώστε να καλύψει την εκάστοτε ανάγκη του και που παράλληλα θα μπορεί να διαχειριστεί σωστά ,έτσι ώστε να αποτελέσει πραγματική διευκόλυνση και όχι επιπλέον βάρος που πολλές φορές γίνεται δυσβάστακτο . . .
Οι Έλληνες πληρώνουν έως και τρεις ποσοστιαίες μονάδες ακριβότερα τα δάνεια που παίρνουν σε σχέση, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, για να καλύψουν τις καταναλωτικές τους ανάγκες, ενώ με βάση το ίδιο κριτήριο, ακριβότερα -από μία ποσοστιαία μονάδα και πάνω- σε σχέση με τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές τους παίρνουν τα δάνεια και οι ελληνικές επιχειρήσεις με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τη βιωσιμότητά τους.
Αντιθέτως, δείγματα προόδου φαίνεται να έχουν γίνει στο κομμάτι της στεγαστικής πίστης, όπου πράγματι το κόστος του χρήματος είναι φθηνότερο στην Ελλάδα σε σχέση με πολλές άλλες χώρες-μέλη της Ζώνης της ΟΝΕ.
Είναι χαρακτηριστικό πως σε ό,τι αφορά τα στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, ο ελληνικός μέσος όρος είναι χαμηλότερος κι αυτού ακόμα του ευρωπαϊκού. Κάτι τέτοιο, πριν από μόλις τρία χρόνια, θα φάνταζε μάλλον εξωπραγματικό. Σήμερα, όμως, συνιστά ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός το οποίο αποδεικνύει πως όταν λειτουργεί πραγματικά ο ανταγωνισμός και γίνεται σωστή και αυστηρή διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου, τότε τα περιθώρια μείωσης των επιτοκίων είναι υπαρκτά.
Στα καταναλωτικά διάρκειας από 1 έως 5 έτη, η χώρα μας έχει το θλιβερό προνόμιο να διατηρεί το δεύτερο ακριβότερο επιτόκιο, κατά μέσο όρο, σε ολόκληρη την Ευρωζώνη. Μόλις μια χώρα και συγκεκριμένα η Πορτογαλία «δανείζει» με υψηλότερα επιτόκια τους ιδιώτες καταναλωτές. Εκεί το μέσο επιτόκιο διαμορφώνεται στο 10,29%. Δηλαδή το χρήμα είναι κατά περίπου μισή ποσοστιαία μονάδα ακριβότερο σε σχέση με την Ελλάδα. Αντιθέτως, από την άλλη πλευρά, η τρίτη ακριβότερη χώρα βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από τη δεύτερη Ελλάδα.
Το βασικό επιχείρημα που προβάλλει η πλευρά των τραπεζών, κάθε φορά που τίθεται το ζήτημα του υψηλού κόστους με το οποίο δανείζεται στην Ελλάδα το χρήμα στη συγκεκριμένη δημοφιλή κατηγορία χορηγήσεων, είναι ότι «κρύβει πολλές επισφάλειες». Από την άλλη πλευρά, όμως, η επιθετική πολιτική που εφαρμόζουν οι ίδιες, προκειμένου να προσελκύσουν νέους πελάτες, είναι η βασική αίτια αυτών των περισσότερων κακών δανείων. Οπότε δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, τον οποίο καλούνται να πληρώσουν συνήθως οι καλοί πελάτες των τραπεζών, οι οποίοι είναι και οι περισσότεροι…
Στα καταναλωτικά με διάρκεια πάνω από 5 έτη που επίσης είναι από τα πλέον δημοφιλή μεταξύ των δανειοληπτών, η Ελλάδα κατέχει τη θλιβερή πρωτιά: Οι τράπεζες, που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας, δανείζουν τους ιδιώτες πελάτες τους με το ακριβότερο επιτόκιο της Ευρωζώνης.
Στα στεγαστικά με σταθερό επιτόκιο σημειώθηκε κινητικότητα τα τελευταία χρόνια και είχε σαν αποτέλεσμα τη μεγάλη μείωση των επιτοκίων, παρόλα αυτά όμως το μέσο επίπεδό τους στη χώρα μας εξακολουθεί να παραμένει σε υψηλά επίπεδα, σε σχέση με τα ισχύοντα στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης.
Τα στεγαστικά όμως με κυμαινόμενο επιτόκιο είναι η μόνη κατηγορία δανείων όπου η χώρα μας μπορεί να «υπερηφανεύεται» ότι έχει καταφέρει ουσιαστικά βήματα προς την κατεύθυνση της μείωσης των επιτοκίων κι όχι μόνο. Αυτή τη στιγμή, το μέσο επιτόκιο των στεγαστικών δανείων, με κυμαινόμενο επιτόκιο, στην Ελλάδα, είναι χαμηλότερο κι από αυτόν ακόμα τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Το πιο σημαντικό στην όλη διαδικασία επιλογής δανείου είναι να εξετάσει ο υποψήφιος δανειολήπτης τις ανάγκες του αλλά και τις οικονομικές του δυνατότητες με ωριμότητα ,ώστε να καλύψει την εκάστοτε ανάγκη του και που παράλληλα θα μπορεί να διαχειριστεί σωστά ,έτσι ώστε να αποτελέσει πραγματική διευκόλυνση και όχι επιπλέον βάρος που πολλές φορές γίνεται δυσβάστακτο . . .